Ιστορία του ράγκμπι

Από Η Εγκυκλοπαίδεια του Ράγκμπι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το Rugby Union, γνωστό απλά και ως ράγκμπι, είναι ένα από τα κορυφαία αθλήματα του πλανήτη σε δημοτικότητα, με εκατομμύρια πιστούς φίλους σε όλο τον κόσμο, ενώ σε αρκετές χώρες είναι το κορυφαίο άθλημα, με το οποίο ασχολείται σχεδόν ολόκληρος ο πληθυσμός, είτε ως αθλητές, από το σχολικό μέχρι το επαγγελματικό επίπεδο, είτε ως θεατές, φίλαθλοι και πιστοί υποστηρικτές ομάδων. Είναι ένα συναρπαστικό άθλημα και αυτή τη στιγμή είναι το σπορ με τη μεγαλύτερη δυναμική ανάπτυξης στον κόσμο, κατακτώντας συνεχώς “νέες χώρες”. Όμως το ίδιο συναρπαστική με το ίδιο το άθλημα είναι και η ιστορία του, πόσο μάλλον η προϊστορία του, που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών.

Προΐστορία

Από την Αρχαιότητα ως το Μεσαίωνα

Η πρώτη γραπτή αναφορά σε παιχνίδι με μπάλα βρίσκεται περίπου 3000 χρόνια πριν τη χρονολογία μας, στην Οδύσσεια του Ομήρου, όπου αναφέρεται το παιχνίδι της Ναυσικάς με τις φίλες της που παρακολουθεί ο Οδυσσέας στο Νησί των Φαιάκων. Όμως, αυτό δε δίνει την αποκλειστικότητα μιας τέτοιας ανακάλυψης στους Αρχαίους Έλληνες, καθώς είναι γνωστό από άλλες πηγές ότι πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τα δικά τους παιχνίδια με μπάλα. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν στην Αρχαία Αίγυπτο, την Ιαπωνία και τους πολιτισμούς της Νότιας Αμερικής.

Όμως η πρώτη γνώση μας για οργανωμένα με κανόνες παιχνίδια, ή πιο σωστά αθλοπαιδιές, με μπάλα, έρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Ανάμεσα σε άλλα, εκείνο το παιχνίδι που κατάφερε να επιβιώσει με άλλες μορφές ακόμα και μετά το τέλος της Ελληνιστικής Εποχής ήταν ο επίσκυρος, ο οποίος επίσημα σήμερα θεωρείται ως πρόγονος του ποδοσφαίρου!

Του ποδοσφαίρου; μα το άρθρο δεν έχει θέμα την ιστορία του ράγκμπι; Ακριβώς! Ακολουθώντας την ιστορική πορεία της εξέλιξης αυτών των παιχνιδιών μπορούμε να καταλάβουμε πώς ξετυλίγεται ένα κουβάρι που τη μία άκρη του αποτελούν πολλά σπορ που σήμερα συναντάμε να ασκούνται σε διάφορες γωνιές του πλανήτη.

Ο επίσκυρος, που ήταν ένα αρκετά βίαιο παιχνίδι, με δύο ομάδες να ανταλάσσουν την κατοχή της μπάλας έχοντας ως σκοπό η μία να σπρώξει την άλλη πίσω από μια τελική γραμμή, ή την εστία της, συνεχίστηκε λίγο ως πολύ αυτούσιος, στη Ρωμαϊκή εποχή, με το όνομα harpastum. Η συγκεκριμένη λατινική λέξη θεωρείται ότι προέρχεται από το ελληνικό “άρπαστον” (άρπαξέ το) που σε ιστορικές αναφορές συνδέεται και με το παιχνίδι της φαινίνδας, μπερδεύοντας σε κάποιο σημείο τη σύγχρονη ανάγνωση.

Χωρίς να έχουμε σκοπό να κάνουμε γλωσσολογική ή ιστορική ανάλυση, το σημαντικό που πρέπει να κρατήσουμε είναι το γεγονός ότι οι Ρωμαίοι αγαπούν πολύ αυτό το βίαιο ομαδικό παιχνίδι και μαζί με την εξάπλωση της Αυτοκρατορίας τους σπέρνουν και το “μικρόβιό” του στους λαούς που κατακτούν.

Έτσι, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα σε αρκετές χώρες ασκούνται τέτοιου είδους βίαια παιχνίδια, με κανόνες σαφώς διαφορετικούς, που έχουν όμως, καθώς φαίνεται μια κοινή ρίζα. Στην Ιταλία το παιχνίδι μένει γνωστό ως calcio, μια λέξη που για όσους γνωρίζουν λατινικά ή ιταλικά είναι πολύ πιο κοντά στην ελληνική “επίσκυρος”, ενώ στη Γαλλία αναπτύσσεται η soule που πήρε το όνομά της από τον Ήλιο, τον οποίο υποτίθεται ότι εκπροσωπούσε η μπάλα, για την κατοχή της οποίας πάλευαν οι παίχτες των αντιπαρατιθέμενων ομάδων.

Το Αγγλικό Footeball

Στη Βρετανία αναπτύσσεται ένα παιχνίδι που γίνεται η λατρεία των φτωχών τάξεων και ονομάζεται footeball ή football. Σε αντίθεση με αυτό που κάποιος εύκολα μπορεί να φανταστεί (και να μπερδευτεί), αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με τα πόδια. Το footeball ήταν το παιχνίδι που παιζόταν με τους παίχτες στα πόδια τους, τη στιγμή που οι ευγενείς συνήθιζαν να ασκούνται σε αγωνίσματα πάνω στα άλογά τους, όπως το γνωστό Polo.

Το footeball ήταν λοιπόν ένα παιχνίδι που παιζόταν με όλο το σώμα, με την επαφή μεταξύ των παιχτών να γίνεται με οποιονδήποτε βίαιο τρόπο, ακόμα και με τη χρήση ροπάλων και μπαστουνιών. Όπως μπορεί λοιπόν ο καθένας να καταλάβει, αυτή δεν ήταν μια πολύ ειρηνική δραστηριότητα και φυσικά δεν εξασκούνταν χωρίς απώλειες. Αρκετοί ήταν οι τραυματισμοί, ακόμα και οι θάνατοι, που ανάγκασαν τους βασιλιάδες της Αγγλίας, σε 3 διαφορετικές περιπτώσεις στην ιστορία, να χαρακτηρίσουν το footeball ποινικό αδίκημα και να καταδικάζουν σε φυλάκιση τους ποδοσφαιριστές.

Όμως η λαϊκή αγάπη γι’ αυτή την περίεργη και βίαιη ασχολία δεν εμπόδισε το ιδιόρρυθμο πρωτόγονο σπορ να επιβιώσει. Υπό τις απαγορεύσεις συνέχεισε να εξασκείται και μάλιστα η ανυπακοή σε μια τέτοια απαγόρευση ήταν αυτή που ουσιαστικά έβαλε το σπόρο για να δημιουργηθεί ένα άθλημα που παίζεται σήμερα ακόμα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

19ος αιώνας

Τα Αγγλικά κολλέγια

Εκείνοι που ουσιαστικά, χωρίς να το ξέρουν, έγιναν οι πρέσβεις της επιβίωσης και αναβίωσης του αθλήματος ήταν οι μαθητές των Αγγλικών κολλεγίων. Θέλοντας να ξεφύγουν από το αυστηρό κλίμα του εκπαιδευτικού συστήματος της Αγγλίας του 18ου αιώνα, αν και γόνοι εύπορων οικογενειών, το έσκαγαν από τα ιδρύματα για να πάνε να παίξουν στα δάση με τη μπάλα.

Αυτή η κατάσταση μετά από κάποια χρόνια ανάγκασε τα κολλέγια να πάρουν μια απόφαση που από τη μια έγινε παράδοση και από την άλλη βοήθησε να θεσπιστούν κανόνες στα σύγχρονα σπορ. Προκειμένου λοιπόν οι μαθητές των κολλεγίων να το σκάνε για να παίξουν τα αγαπημένα τους παιχνίδια, ήταν πολύ προτιμότερο αυτά να αποτελούν μέρος του προγράμματος της εκπαίδευσής τους. Έτσι, κάθε κολλέγιο έφτιαξε ένα παιχνίδι στο οποίο ασκούνταν οι αθλητές του, με κάποιους λίγους και βασικούς κανόνες.

Η γέννηση ενός θρύλου: 1823, William Webb Ellis

Ένα τέτοιο κολλέγιο ήταν και το Rugby, το οποίο είχε το προνόμιο να έχει έναν πολύ μεγάλο αύλιο χώρο, μια έκταση μήκους περίπου 100 μέτρων και πλάτους περίπου 70. Το Rugby είχε το δικό του ποδοσφαιρικό παιχνίδι αλλά σύμφωνα με το θρύλο (και μια μαρμάρινη πλάκα που τοποθετήθηκε στο κολλέγιο το 1895) μια έμπνευση του William Webb Ellis ήταν αυτή που οδήγησε στο να θεσπιστούν οι ιδιαίτερη κανόνες αυτού του παιχνιδιού, που πήραν πιο επίσημη μορφή, καθώς έγιναν αποδεκτοί από μια σειρά άλλων ιδρυμάτων προκειμένου να διεξάγονται μεταξύ τους αγώνες, το 1845.

Με βάση την ιστορία αυτή ο William Webb Ellis, που αργότερα φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και έγινε κληρικός ζώντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη Νότια Γαλλία, θεωρείται ο εμπνευστής του ράγκμπι. Όμως σίγουρα αυτό που έκανε εκείνη τη μέρα δεν ήταν κάτι τόσο καινούριο, όσο κάτι που “έδενε” τα παιχνίδια που παιζόντουσαν για αιώνες με ένα σύστημα κανόνων που ακόμα βρισκόταν σε εμβρυακό στάδιο. Σήμερα το όνομα του Ellis έχει δοθεί στο τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου του ράγκμπι και όχι μόνο.

Μέσα 19ου αιώνα, ψάχνοντας ένα ενιαίο παιχνίδι

Το πρόβλημα στα χρόνια που ακολούθησαν ήταν ότι οι “Νόμοι του Παιχνιδιού” (The Laws of the Game) ήταν απλά ένας κώδικας που εξηγούσε τη φύση του παιχνιδιού και όχι κάθε λεπτομέρειά του. Συνήθως ο διαιτητής επέβλεπε, αλλά όσο αφορά το τι έπρεπε να “δοθεί” σε κάθε φάση αυτό γινόταν μέσα από διαβουλεύσεις μεταξύ των αρχηγών των ομάδων.

Από τη μια, αυτή η διαδικασία ήταν κάτι πολύ θετικό για το άθλημα, καθώς ο σεβασμός στον αντίπαλο, η ευπρεπής συμπεριφορά παρά την ένταση και βιαιότητα του παιχνιδιού, έδωσε για πάντα στο ράγκμπι το χαρακτήρα του “A Game for Hooligans Played by Gentlemen” αλλά δημιούργησε ακόμα περισσότερο την ανάγκη για τη θέσπιση ενιαίων κανόνων του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού.

Μια κύρια κατηγορία παιχνιδιών των οποίων ο κώδικας διέφερε αρκετά ήταν αυτά που προέρχονταν από το παιχνίδι του κολλεγίου του Eton. Στο συγκεκριμένο κολλέγιο, όπου σπούδαζαν μαθητές πιο αριστοκρατικής καταγωγής, θεωρούσαν ότι δεν είναι τόσο ευπρεπές η φανέλα ενός αθλητή να λερώνεται από τη λάσπη, έτσι εφηύραν το kickers’ game ή dribbling game, όπου οι αθλούμενοι κλωτσούσαν μόνο τη μπάλα με τα πόδια.

Προκειμένου όμως να μπορέσει να διοργανωθεί ένα πρωτάθλημα, στο οποίο θα έπαιρναν μέρος κολλέγια αλλά και σύλλογοι οι οποίοι είχαν αρχίσει να σχηματίζονται εκτός του συστήματος εκπαίδευσης, ένα κοινό σύστημα κανόνων έπρεπε να βρεθεί και να συμφωνηθεί.

Αυτό επιχειρήθηκε να γίνει σε μια ταβέρνα του Λονδίνου το 1863, όπου η συζήτηση όμως μετατράπηκε σε μια άλυτη διαφωνία. Οι ομάδες που ασκούσαν το kickers’ game θεωρούσαν ότι μόνο αυτό μπορεί να θεωρηθεί μοντέρνο άθλημα, ενώ οι υποστηρικτές του παιχνιδιού του κολλεγίου του Rugby θεωρούσαν ότι η απουσία στοιχείων όπως το scrummage (μάχη σώμα με σώμα) και της μεταφοράς της μπάλας με κάθε μέρος του σώματος κατέστρεφε το παιχνίδι του footeball, το οποίο είχε επιβιώσει τόσους αιώνες και είχε γίνει πλέον οργανωμένο σπορ.

Τελικά η διαφωνία δε λύθηκε και η ομάδα των υποστηρικτών του παιχνιδιού του Rugby αποχώρησε δίνοντας έτσι μια μεγάλη ευκαιρία στους διαφωνούντες μ’αυτήν να κατοχυρώσουν ένα ιστορικό όνομα, ιδρύοντας εκείνο το βράδυ τη Football Association (τη γνωστή F.A. για τους ποδοσφαιρόφιλους) και εξ’ ου το άθλημά τους να ονομαστεί Association Football ή Soccer ή απλώς Football.

1871, η ίδρυση της Rugby Football Union

Αυτό που δεν έγινε το 1863 πραγματοποιήθηκε τελικά 9 χρόνια αργότερα, με τους συλλόγους και τα κολλέγια που ασκούσαν το ράγκμπι να ιδρύουν τη Rugby Football Union, που ακόμα υπάρχει με το ίδιο όνομα και δεν είναι κάτι άλλο από την Αγγλική Ομοσπονδία. Αν μετρήσει κανείς σήμερα τους αριθμούς που χαρακτηρίζουν το μέγεθος των 2 Ομοσπονδιών, σίγουρα θα πιστέψει ότι οι φίλοι του ράγκμπι δικαιώθηκαν, με την {{Rugby Football Union|RFU]] να έχει τριπλάσιο αριθμό δελτίων από τη FA.

Δε συνέβη όμως το ίδιο και σε ολόκληρο τον κόσμο, καθώς το αντικειμενικά πιο εύκολο παιχνίδι που παίζεται μόνο με τα πόδια εξαπλώθηκε από τους φτωχούς Άγγλους ναυτικούς κατά μήκος και πλάτος της τεράστιας Βρετανικής Αυτοκρατορίας και σε όλα τα λιμάνια που προσάραζαν τα πλοία του μεγάλου στόλου της.

Παρ’ όλα αυτά, στη Βρετανία το παιχνίδι του Rugby είχε τεράστια απήχηση, με τους πρώτους θεσμούς να δημιουργούνται και φυσικά τα μεγαλύτερα παιχνίδια να είναι ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη του Βασιλείου, με την κόντρα Αγγλίας και Σκωτίας να ξεχωρίζει.

Η γέννηση του πρώτου διεθνούς θεσμού

Έτσι, το 1883, τα παιχνίδια σταματούν να είναι φιλικά και γίνονται πλέον κομμάτι ενός πρωταθλήματος ανάμεσα στις εθνικές ομάδες της Αγγλίας, της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας, με την τελευταία να εκπροσωπεί μέχρι σήμερα ολόκληρο το νησί του Έιρε. Αυτός ο θεσμός έγινε ο κορυφαίος του βορείου ημισφαιρίου με τεράστια πλήθη να τον παρακολουθούν αρχικά μόνο από τα μυθικά γήπεδα και αργότερα και από την τηλεόραση.

Την ίδια στιγμή όμως δεν υπήρχαν εθνικά πρωταθλήματα. Σε αντίθεση με το Association Football που έφτιαχνε πρωτάθλημα στην Αγγλία και έβαζε τους σπόρους του επαγγελματισμού, όσοι ασχολούνταν με το ράγκμπι δεν ήθελαν να μετατρέψουν το άθλημα σε επαγγελματικό και ένας τρόπος για να το εξασφαλίσουν αυτό ήταν να μη φτιάξουν ανταγωνιστικές διοργανώσεις. Μόνο φιλικά παιχνίδια και μικρά τουρνουά διεξάγονταν μεταξύ των ομάδων.

Το ίδιο συνέβαινε και με τις εθνικές ομάδες over the seas, οι οποίες επισκέπτονταν το Ηνωμένο Βασίλειο μόνο κατά τη διάρκεια των Tours, με τα International Tests να ξεκινούν εκείνη τη χρονική περίοδο και να αποτελούν μέχρι τις μέρες μας φιλικά παιχνίδια με πολύ μεγάλη όμως σημασία.

Εκείνη ήταν και η περίοδος που ιδρύθηκε η Παγκόσμια Ομοσπονδία, το International Rugby Football Board (IRFB) το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε IRB και σήμερα το γνωρίζουμε ως World Rugby. Βέβαια, η σύνθεση της πρώτης διοίκησης του παγκόσμιου ράγκμπι, το 1886, δεν ήταν και τόσο διεθνής, καθώς οι Άγγλοι θέλησαν να διατηρήσουν τα ιστορικά πρωτεία τους, κρατώντας για λογαριασμό τους την πλειοψηφία των εδρών. Σημαντικό είναι όμως το γεγονός ότι εκείνη την περίοδο αρχίζουν και μπαίνουν ουσιαστικά στον παγκόσμιο χάρτη του ράγκμπι χώρες όπως η Αυστραλία, η Νότια Αφρική και φυσικά αυτή που αργότερα θα γινόταν “Μέκκα” του αθλήματος, η Νέα Ζηλανδία.

Το σχίσμα του 1895

Απέναντι στη γλύκα του επαγγελματισμού αλλά και το γεγονός ότι η οποιαδήποτε απαγόρευση μισθοδοσίας σε αθλητές δεν επέτρεπε να εξασκήσουν το άθλημα εύκολα άνθρωποι που προέρχονταν από κατώτερα κοινωνικά στρώματα, οδήγησε σε μια μεγάλη ρίξη το 1895.

Ομάδες που βρίσκονταν κυρίως στον πιο φτωχό και βιομηχανοποιημένο βορρά της Αγγλίας αποσχίστηκαν από την RFU φτιάχνοντας δική τους ομοσπονδία, αλλά και δικό τους παιχνίδι, το Rugby League, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ διαφορετικό από το rugby union.

Η εξάπλωση

Όσο άσχημη ήταν αυτή η περίοδος όμως με το σχίσμα να συγκλονίζει και να μοιράζει το φανατικό κοινό του αθλήματος, τόσα καλά είχε να δώσει καθώς ήταν η εποχή που το άθλημα εξαπλώθηκε και στην άλλη μεριά της Μάγχης.

Μεγάλο μερίδιο σ’αυτή την επιτυχία είχε ένας Γάλλος αριστοκρατικής καταγωγής, ο Pierre de Coubertin, ο οποίος νέος ακόμα, 23 χρονών, μετέβη στην Αγγλία προκειμένου να μελετήσει το σύστημα αθλητικής εκπαίδευσης στα κολλέγιά της. Ο de Coubertin έμεινε έκπληκτος από αυτό που συνάντησε και επιστρέφοντας στη Γαλλία συνδέθηκε με άλλους λάτρεις του αθλητισμού που έφτιαξαν μια Ένωση με δύο αρχικούς σκοπούς: 1. Την ανάπτυξη του ράγκμπι στη Γαλλία και 2. Την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Για τον δεύτερο σκοπό όλοι γνωρίζουν την εξέλιξη και την επιτυχία του, σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Όσο αφορά τον πρώτο όμως, ξεκίνησε να υλοποιείται από την περιοχή του Παρισιού, με την άμεση εγκαθίδρυση εθνικού πρωταθλήματος. Μάλιστα στον τελικό που πραγματοποιήθηκε στις 20 Μάρτη του 1892, ανάμεσα σε δύο ομάδες του Παρισιού, τη Racing Club de France και τη Stade Français, με την πρώτη να κερδίζει με 4-3, ο de Coubertin ήταν διαιτητής του αγώνα.

Αξιοποιώντας τη φυσική διάπλαση αλλά και την ύπαρξη αντίστοιχων παιχνιδιών στη Νοτιοδυτική Γαλλία, το ράγκμπι εξαπλώθηκε πολύ εύκολα στην εξαγωνική χώρα με ομάδες όπως αυτή της Toulouse και της Perpignan να γράφουν ιστορία, με την πρώτη να θεωρείται σήμερα η κορυφαία στο ευρωπαϊκό ράγκμπι.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, η Γαλλία συμπεριλήφθηκε στο Home Nations Cup, που μετονομάστηκε σε Five Nations, ενώ η διπλωματία της βοήθησε πάρα πολύ και στην εξάπλωση του ράγκμπι στην Ευρώπη, σε χώρες όπως η Ρουμανία, η Πολωνία και άλλες.

20ος αιώνας

Το ράγκμπι στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Στις απαρχές του 20ου αιώνα, το ράγκμπι συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων. Στους αγώνες του Παρισιού, το 1900, ο βαρώνος de Coubertin δε θα μπορούσε να μη δει τα δύο έργα του να συνδιάζονται κι έτσι 3 ομάδες, που εκπροσωπούσαν τη Γαλλία, την Αγγλία και τη Γερμανία, πήραν μέρος στο τουρνουά. Η Union des Sociétés Françaises des Sports Athlétiques, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο από την Ένωση που είχε φτιάξει λίγα χρόνια νωρίτερα ο de Coubertin με ομοϊδεάτες του, κέρδισε το πρώτο χρυσό μετάλλιο.

Το ράγκμπι εμφανίστηκε σε άλλες 2 Ολυμπιάδες, στην Αμβέρσα το 1920 και το Παρίσι το 1924, όπου η ομάδα των ΗΠΑ κέρδισε το χρυσό μετάλλιο, αφήνοντας και στις δύο περιπτώσεις τη Γαλλία στη δεύτερη θέση. Το ράγκμπι θα ξαναεπιστρέψει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αυτή τη φορά με τη μορφή του rugby sevens (7 εναντίον 7 παιχτών, αντί για 15 εναντίον 15) στο Ρίο, το 2016.

Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένα γεγονός πολιτικό και κοινωνικό. Αλλά αν το εξετάσει κανείς από τη μεριά του ράγκμπι ήταν και αθλητικό. Οι αθλητές του ράγκμπι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή του πολέμου και η αναγνωρισιμότητά τους τούς έκανε παραδείγματα αυτοθυσίας, τα οποία αξιοποιήθηκαν έντονα για την τόνωση του ηθικού των λαών της Ευρώπης που υπέφερε.

Μάλιστα, εκείνη ήταν η περίοδος που το ράγκμπι κέρδισε μια μεγάλη ηθική μάχη απέναντι στον τεράστιο αντίπαλό του, το Association Football, που ήδη είχε γιγαντωθεί. Σε αντίθεση με τους rugbymen, οι αθλητές των ποδοσφαιρικών ομάδων σε πολλές περιπτώσεις απέφυγαν να βρεθούν στα χαρακώματα, ενώ λόγω των κερδών που υπήρχαν από τη διεξαγωγή των επαγγελματικών πρωταθλημάτων, αυτά δε σταμάτησαν. Αυτό πάντως, δε συνέβη και στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίον και το Association Football συμμετείχε όπως ο κόσμος του ράγκμπι.

Η μεταπολεμική ανάπτυξη

Την περίοδο που ακολούθησε τα μαύρα χρόνια των πολέμων το ράγκμπι έγινε μια αγαπημένη ασχολία για όλο και περισσότερους οπαδούς και αθλητές των ομάδων, ενώ αναπτύχθηκε ακόμα περισσότερο και στα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών του Νοτίου Ημισφαιρίου.

Από τη μια το γαλλικό πρωτάθλημα κέρδιζε κοινό δίπλα στους θρυλικούς συλλόγους, από την άλλη το Five Nations Championship μπήκε για τα καλά στο καλεντάρι του αθλήματος, με την πέμπτη χώρα, τη Γαλλία, που είχε επιστρέψει μετά από μια προσωρινή απουσία στο Μεσοπόλεμο, να γίνεται ισάξιος αντίπαλος των χωρών της Βρετανίας και του Έιρε.

Ίσως ένα γεγονός που σημάδεψε την ιστορία του ράγκμπι εκείνα τα χρόνια ήταν το νοτιοαφρικανικό Απαρτχάιντ, το οποίο φιλοδοξούσε να κάνει βιτρίνα του την εθνική ομάδα της χώρας τα Springboks. Οι αντιδράσεις ήταν τεράστιες, πολλές χώρες είχαν επιβάλλει αθλητικό εμπάργκο στη Νότια Αφρική, ενώ η απόπειρα να αγωνιστούν τα Springboks στη Νέα Ζηλανδία τη δεκαετία του 1970 προκάλεσε τις μοναδικές μεγάλες ταραχές στην ιστορία της χώρας.

Όμως αυτό που επίσης άλλαζε ήταν τα οικονομικά δεδομένα που συνόδευαν το άθλημα, με τους αθλητές να μετατρέπονται πλέον σε σταρ και αν και ερασιτέχνες να αμοίβονται από διαφημιστικά συμβόλαια, εταιρείες σχετικές με το ράγκμπι και άλλα μέσα. Η περίοδος του επαγγελματισμού δεν αργούσε.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο

Το 1987, μετά από πάρα πολλά χρόνια που η μόνη συνάντηση των ομάδων του Νοτίου με αυτές του Βορείου Ημισφαιρίου ήταν τα International Tests, αποφασίστηκε να διεξαχθεί το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο, με την επίσημη ονομασία Rugby World Cup. Η πρώτη διοργάνωση έλαβε χώρα στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, με τη γηπεδούχο ομάδα των All Blacks να κερδίζει και το τρόπαιο Webb Ellis, νικώντας τη Γαλλία στον τελικό.

Το Παγκόσμιο Κύπελλο διεξάγεται από τότε κάθε 4 χρόνια, με τη Νέα Ζηλανδία να μετράει 3 κατακτήσεις, από 2 έχουν η Αυστραλία και η Νότια Αφρική, ενώ έναν τίτλο έχει κατακτήσει η Αγγλία.

Το πραγματικά ξεχωριστό Παγκόσμιο Κύπελλο, όμως, ήταν εκείνο που πραγματοποιήθηκε στη Νότια Αφρική, στη μετα-Απαρτχάιντ εποχή, το 1995. Η έμπνευση του Nelson Mandela να αξιοποιήσει τη διοργάνωση για να ενώσει ένα διχασμένο από το ρατσιστικό μίσος έθνος, παραδόξως ήταν επιτυχής και τα Springboks πανηγύρισαν ως απόλυτο αουτσάιντερ στην παράταση του τελικού απέναντι στους All Blacks τον πρώτο τους παγκόσμιο τίτλο. Αυτή η εκπληκτική ιστορία έγινε βιβλιο και αργότερα (2009) ταινία με τον τίτλο “Invictus” κατακτώντας και το Hollywood.

Τα χρόνια του επαγγελματισμού

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και με τη βιομηχανία των media να εξαπλώνεται, δε θα μπορούσαν να παραμείνουν ανέπαφα τα ερασιτεχνικά δεδομένα υπό τα οποία διεξάγεται το άθλημα. Το IRB κάτω από πιέσεις και ανάγκες που έφερνε ο χρόνος, πήρε την απόφαση να επιτρέψει την επαγγελματική ενασχόληση με το ράγκμπι το 1995, ανοίγοντας μια νέα εποχή για το άθλημα.

Τότε ήταν που ο Rubert Merdoch εμπνεύστηκε τη δημιουργία ενός τεράστιου τηλεοπτικού προϊόντος, ενός τριεθνούς πρωταθλήματος με τις ομάδες της Νέας Ζηλανδίας, της Αυστραλίας και της Νότιας Αφρικής, που ονομάστηκε αρχικά Super 12, αργότερα Super Rugby και είναι ένα από τα πιο ακριβά τηλεοπτικά προϊόντα του πλανήτη.

Την ίδια περίοδο δημιουργούνται τα πρωταθλήματα της Premiership στην Αγγλία και της Celtic League ανάμεσα στις ομάδες των επαρχιών της Ουαλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας, στις οποίες αργότερα προστέθηκαν και 2 ιταλικές για να φτιάξουν την Pro 12. Στη Γαλλία το πρωτάθλημα αποκτά κατηγορίες και ονομάζεται Top 14, ενώ και η 2η κατηγορία είναι επαγγελματική.

Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά διεθνής διασυλλογικές διοργανώσεις και στην Ευρώπη, το Heineken Cup και το European Challenge ως δεύτερης τάξης διοργάνωση, που το 2014 έδωσαν τη θέση τους στο Champions Cup και το Challenge Cup αντίστοιχα.

21ος αιώνας

Αυτή τη στιγμή, το ράγκμπι κοιτώντας το μέλλον αντιμετωπίζει την τεράστια πρόκληση να αποτελέσει ένα άθλημα γνωστό σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Φαίνεται ότι αυτή η δυναμική υπάρχει και μαζί με τη θέληση του World Rugby να αναπτύξει το άθλημα σε κάθε χώρα ίσως αποδώσει γρήγορα καρπούς. Ίσως οι συνθήκες αλλάξουν αρκετά από το 2016 και μετά, όταν και πολλοί περισσότεροι τηλεθεατές θα παρακολουθήσουν το ράγκμπι ως κομμάτι των Ολυμπιακών Αγώνων.

Ήδη, πάντως, το Παγκόσμιο Κύπελλο που θα διεξαχθεί στην Αγγλία το 2015, αποτελεί μια τεράστια επιτυχία, με 5 εκατομμύρια ανθρώπους να έχουν ζητήσει εισιτήρια για τις 2.9 εκατομμύρια θέσεις των 48 αγώνων του. Αυτό είναι ένα νούμερο που κατ’ ευθείαν κατατάσσει το ράγκμπι στη δεύτερη θέση παγκοσμίως σε θεαματικότητα, με αντίστοιχα μεγάλα νούμερα να αφορούν και την τηλεθέαση.

Πηγές