Κανονισμοί του ράγκμπι

Από Η Εγκυκλοπαίδεια του Ράγκμπι
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το τέρμα του ράγκμπι πάνω στο try-line
Οι κανονισμοί του ράγκμπι (ή ράγκμπι γιούνιον) ορίζονται από το World Rugby, δηλαδή την παγκόσμια ομοσπονδία, που παλιότερα ονομαζόταν International Rugby Football Board και αργότερα, International Rugby Board. Οι κανονισμοί είναι αυτοί που ορίζουν το πώς παίζεται ένας αγώνας και η εφαρμογή τους ελέγχεται από έναν διαιτητή ο οποίος συνήθως έχει τη βοήθεια 2 βοηθών διαιτητών.

Παίζοντας έναν αγώνα ράγκμπι, ο απώτερος σκοπός μιας ομάδας είναι να πετύχει περισσότερους πόντους από την αντίπαλό της, σημειώνοντας tries και goals. Το try επιβραβεύεται με 5 πόντους και σημειώνεται όταν μια ομάδα προσγειώνει τη μπάλα στο έδαφος της αντίπαλης in-goal περιοχής. Μετά την επίτευξη του try, η ομάδα που το πέτυχε επιχειρεί το conversion (λάκτισμα προς το τέρμα) είτε τοποθετώντας τη μπάλα στο έδαφος, είτε αφήνοντάς τη να “σκάσει” πριν το λάκτισμα. Επιτυχημένο είναι το conversion όταν η μπάλα περάσει ανάμεσα από τα κατακόρυφα δοκάρια του τέρματος που σχηματίζει το γράμμα Η, καθώς και πάνω από το οριζόντιο. Ένα επιτυχημένο conversion επιβραβεύεται με 2 επιπλέον πόντους.

Στην περίπτωση παραβάσεων ή αντικανονικού παιχνιδιού καταλογίζονται penalties εις βάρος της ομάδας που τα διέπραξε. Η ομάδα που κερδίζει ένα penalty μπορεί να επιλέξει να κλωτσήσει τη μπάλα προς το τέρμα (με τρόπο αντίστοιχο του conversion, όπως περιγράφεται παραπάνω) ώστε να κερδίσει με τον τρόπο αυτό 3 πόντους. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιήσει το penalty για να κερδίσει έδαφος (επιτυγχάνοντας τη συνέχεια του παιχνιδιού πιο κοντά στο αντίπαλο try-line) ή και απλώς να ακουμπήσει τη μπάλα στο πόδι ενός παίχτη της προκειμένου να αναπτύξει το παιχνίδι της από το σημείο της παράβασης.

Στην περίπτωση που ο παίχτης μιας ομάδας αφήσει τη μπάλα να ακουμπήσει το έδαφος και στη συνέχεια την κλωτσήσει ανάμεσα στα κατακόρυφα δοκάρια και πάνω από το οριζόντιο του τέρματος, επιτυγχάνεται drop-goal, το οποίο δίνει 3 πόντους στην ομάδα που το πέτυχε.

Το παιχνίδι του ράγκμπι εξελίχθηκε από μια πρώιμη μορφή ποδοσφαίρου, με τους κανόνες να συμφωνούνται πριν από την έναρξη του κάθε αγώνα. Οι σύλλογοι του ράγκμπι, στην Αγγλία, αποσχίστηκαν από τη Football Association, όταν αυτή κατήργησε κανόνες που επέτρεπαν στους αθλητές να “τρέχουν με τη μπάλα” και να “κλαδεύουν” στον πρώτο κώδικα του αθλήματος, το 1863. Οι πρώτοι κανονισμοί του ράγκμπι θεσπίστηκαν το 1870 και το International Rugby Football Board (αργότερα IRB και σήμερα World Rugby) ιδρύθηκε το 1886. Οι κανόνες αυτοί τροποποιήθηκαν με το πέρασμα του χρόνου. Οι πόντοι επίτευξης ενός try αυξήθηκαν από 0 σε 5, τα penalties αρχικά έδιναν 2 πόντους και τα goals 4. Η μπάλα άλλαξε επίσης, καθώς το υλικό της μετατράπηκε από κύστη γουρουνιού σε καουτσούκ και έγινε πιο ωοειδής όσο αφορά το σχήμα της. Οι παίχτες αρχικά ήταν 20 σε κάθε ομάδα, αλλά μειώθηκαν σε 15 το 1877. Οι κανονισμοί είναι ακόμα και σήμερα υπό διαβούλευση, με τη μεγαλύτερη πρόσφατη αλλαγή κανονισμών να λαμβάνει χώρα το 2009.

Το παιχνίδι παίζεται συνήθως σε γήπεδο με χλοοτάπητα, πλάτους περίπου 70 και μήκους περίπου 100 μέτρων. Σε κάθε μεριά του αγωνιστικού χώρου υπάρχουν τα τέρματα και οι in-goal περιοχές. Οι αγώνες διαρκούν 80 λεπτά και χωρίζονται σε 2 ημίχρονα των 40 λεπτών. Ο αγώνας ξεκινάει με το ενακτήριο λάκτισμα, κατά το οποίο η μια ομάδα κλωτσάει τη μπάλα προς τη μεριά της αντιπάλου της. Μετά από ένα επιτυχημένο ενακτήριο λάκτισμα η μπάλα μπορεί να γίνει πάσα, να κλωτσηθεί, να ανασηκωθεί από το έδαφος ή να προσγειωθεί από οποιονδήποτε παίχτη. Η μπάλα μπορεί να κλωτσηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αλλά οι πάσες γίνονται μόνο προς τα πίσω. Οι παίχτες προσπαθούν να σταματήσουν την επίθεση της αντίπαλης ομάδας κυρίως με τα tackles. Rucks σχηματίζονται όταν τουλάχιστον ένας παίχτης από κάθε ομάδα είναι όρθιος και η μπάλα είναι στο έδαφος. Mauls σχηματίζονται όταν ο παίχτης που έχει τη μπάλα στην κατοχή του κρατείται από τουλάχιστον έναν παίχτη της αντίπαλης ομάδας και ένας συμπαίχτης του “δένεται” μαζί τους. Οι παίχτες μπορούν να διεκδικήσουν τη μπάλα με tackles, rucks και mauls σύμφωνα με τους κανονισμούς.

Τα scrums διενεργούνται για να συνεχιστεί το παιχνίδι μετά από ελάσσονες παραβάσεις (όπως το knock-on, όταν η μπάλα φεύγει προς τα μπροστά από τα χέρια ενός παίχτη, ή οι πάσες προς τα μπροστά), καθώς και όταν η μπάλα δε μπορεί πλέον να παιχτεί. Οι 8 forwards της κάθε ομάδας συμμετέχουν στο scrum στην περίπτωση που μια ομάδα έχει και τους 15 παίχτες της εντός αγωνιστικού χώρου. Οι παίχτες που συμμετέχουν στο scrum δένονται μεταξύ τους, καθώς και με τους αντίπαλους, ενώ οι υπόλοιποι, με εξαίρεση τον scrum-half (Νο 9), πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστον 5 μέτρων προς τα πίσω. Οι δύο ομάδες σπρώχνουν η μία την άλλη ενώ οι hookers (Νο 2) διεκδικούν τη μπάλα όταν ο scrum-half (Νο 9) τη ρίξει μέσα στο “τούνελ” που δημιουργείται ανάμεσα από τις 2 αντιμαχόμενες πλευρές. Ο scrum-half (Νο 9) πρέπει να ρίξει τη μπάλα ευθεία κάτω από το τούνελ, ενώ στην περίπτωση που παραβεί αυτό τον κανόνα η αντίπαλη ομάδα κερδίζει το δικαίωμα εισαγωγής της μπάλας στο scrum (put-in).

Τα lineouts πραγματοποιούνται για να συνεχιστεί το παιχνίδι όταν η μπάλα περάσει τις πλάγιες γραμμές. Οι παίχτες διαμορφώνουν δύο παράλληλες γραμμές, κάθετες στην πλάγια γραμμή και η ομάδα που δεν έβγαλε τη μπάλα εκτός αγωνιστικού χώρου ρίχνει ευθεία τη μπάλα στο ενδιάμεσο των δύο γραμμών που διαμορφώνουν οι αθλητές. Οι παίχτες στο lineout μπορούν να σηκωθούν από τους συμπαίχτες τους προκειμένου να κερδίσουν την κατοχή της μπάλας.

Iστορία

Ο Richard Lindon με δύο μπάλες του ράγκμπι φτιαγμένες από καουτσούκ
Οι πρώτοι κανόνες ποδοσφαίρου καθορίζονταν από μαθητές πριν από την έναρξη του αγώνα, με την ενέργεια του να μεταφέρεις τη μπάλα και να τρέχεις να αποτελεί συνήθως εντός ορίων των κανονισμών. Το πρώτο κείμενο γραπτών κανόνων δημοσιεύτηκε από το Κολλέγιο του Rugby το 1945, σε μια εποχή που και άλλοι σύλλογοι αγωνίζονταν με βάση αυτούς τους κανόνες. Το 1863, η Football Association προσπάθησε να καθορίσει ένα γενικό πλαίσιο κανόνων, αλλά αρκετές εφημερίδες, ήδη από το 1848, δημοσίευαν τους κανόνες του Cambridge, πριν ακόμα αυτοί λάβουν την τελική τους μορφή. Οι κανόνες του Cambridge επέτρεπαν επίσης το “τρέξιμο με τη μπάλα” και το “κλάδεμα” (να χτυπήσεις έναν αντίπαλο στην κνήμη) που δεν αποτελούσαν κομμάτι του σχεδίου της Football Association, η οποία αποφάσισε να μην περιελάβει τέτοιους κανόνες, αναγκάζοντας μια σειρά συλλόγων του ράγκμπι να φύγουν από την ομοσπονδία.

Οι κανόνες που παιζόταν το ράγκμπι διέφεραν μεταξύ των συλλόγων, έτσι, το 1870, 21 σύλλογοι δημιούργησαν στην Αγγλία τη Rugby Football Union (RFU). Καθώς το παιχνίδι διαδόθηκε διεθνώς, αρκετές διαφωνίες εγείρονταν όσο αφορά την ερμηνεία των κανονισμών. Η Σκωτία, η Ιρλανδία και η Ουαλία σχημάτισαν το International Rugby Football Board (IRFB) το 1886, με την RFU να προσχωρεί το 1890. Το IRFB επέβλεπε τα παιχνίδια μεταξύ των τεσσάρων εθνών και το 1930 έγινε υπεύθυνο για την ανάπτυξη νέων κανονισμών.

Το ισοζύγιο της αξίας μεταξύ των tries και των conversions άλλαξε δραστικά με τα χρόνια. Ιστορικά, ένα try δεν κέρδιζε κανένα πόντο, αλλά μόνο μια “προσπάθεια” για την επίτευξη ενός goal (να κλωτσήσει ο παίχτης τη μπάλα πάνω από το οριζόντιο και ανάμεσα από τα κατακόρυφα δοκάρια). Για πρώτη φορά το try απέφερε πόντους στα τέλη της δεκαετίας του 1880. Μέχρι το 1891, το try μετρούσε για ένα πόντο και το conversion για 2. Τα επόμενα 2 χρόνια τα tries κέρδιζαν 2 πόντους και τα conversions 3, μέχρι το 1893, όταν και η ισορροπία άλλαξε και το try έδινε πλέον 3 πόντους, ενώ το conversion 2. Ο αριθμός των πόντων που επιτυγχάνονται με try αθξήθηκε στους 4 το 1971 και στους 5 το 1992. Το 1891 τα penalties άρχισαν να μετράνε για 3 πόντους, από 2, ενώ τα drop-goals μετρούσαν για 4, που μειώθηκαν σε 3 το 1948. Πριν το 1977 υπήρχε επίσης η δυνατότητα να πετύχει κανείς 3 πόντους, εκτελώντας εύστοχα λάκτισμα από ένα σημείο που ο παίχτης έπιανε τη μπάλα φωνάζοντας “mark”.

Η αμυνόμενη ομάδα αρχικά είχε το δικαίωμα να παρεμποδίσει ένα conversion από τη στιγμή που η μπάλα ακουμπούσε το έδαφος, κάνοντας πρακτικά αδύνατο να την τοποθετήσει ο ίδιος ο εκτελεστής και να πάρει φόρα για την εκτέλεση. Το 1958, οι κανονισμοί άλλαξαν και επέτρεψαν στον εκτελεστεί να τοποθετήσει τη μπάλα, απαγορεύοντας στην αμυνόμενη ομάδα να τρέξει προς το μέρος του πριν αυτός ξεκινήσει να παίρνει φόρα για την εκτέλεση.

Η μπάλα που χρησιμοποιούνταν μέχρι τη δεκαετία του 1860 ήταν δερμάτινη, γύρω από μια κύστη γουρουνιού και ήταν σχεδόν σφαιρική. Το 1862 εισήχθησαν οι μπάλες από καουτσούκ, οι οποίες κατασκευάζονταν σε πιο ωοειδές σχήμα. Το 1892, η RFU εξέδωσε οδηγίες για τις διαστάσεις της μπάλας στους “Νόμους του Παιχνιδιού” (Laws of the Game), για πρώτη φορά στην ιστορία. Τη δεκαετία του 1980, οι εξωτερικά δερμάτινες μπάλες, αντικαταστάθηκαν από άλλες από αδιάβροχο συνθετικό υλικό. Το 1877 ο αριθμός των παιχτών μειώθηκε από 20 σε 15 για κάθε ομάδα.

Το IRB δοκίμασε 23 αλλαγές στους σύγχρονους κανονισμούς το 2006 και κάποιες διοργανώσεις στη Σκωτία και την Αυστραλία τις υιοθέτησαν το 2007. Το 2008, 13 από τις αλλαγές δοκιμάστικαν παγκοσμίων. Σημαντικές αλλαγές περιελάμβαναν τα εξής: δε μπορεί να κερδηθεί έδαφος όταν η μπάλα βγαίνει απευθείας πλάγεια, εφ’ όσον αυτή μπήκε στην περιοχή των 22 μέτρων από τον ίδιο τον παίχτη ή συμπαίχτη του, οι γραμμές του offside για τους backs ορίστηκαν στα 5 μέτρα από το scrum, επετράπη στο maul να πέφτει στο έδαφος και οι παίχτες να εισέρχονται σ’αυτό με το κεφάλι τους χαμηλότερα από τη μέση, άρθηκαν οι περιορισμοί στον αριθμό των παιχτών στα lineouts και επετράπη να πιάνεται και να σηκώνεται ένας παίχτης από τους συμπαίχτες του. Το 2009 το IRB υιοθέτησε 10 από τους κανονισμούς, απορρίπτοντας αυτούς που αφορούν τα mauls και τον αριθμό των παιχτών στο lineout.

Πιο πρόσφατα, η Ομοσπονδία της Νέας Ζηλανδίας, σε συνεργασία με το World Rugby έκανε σημαντικές αλλαγές στο Mitre 10 Cup του 2016:

  • Οι αγώνες διευθύνονται από 2 διαιτητές, όπως και στο Αυστραλιανό rugby league
  • Ο όρος ruck αποσύρρεται και αντικαθίσταται από τον όρο breakdown. Το breakdown σχηματίζεται όταν ένας επιτιθέμενος παίχτης είναι πάνω από τη μπάλα στο έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι οι αμυνόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν τη μπάλα με τα χέρια τους μετά από ένα tackle μόνο εφόσον φτάσουν πριν από οποιονδήποτε άλλον επιτιθέμενο παίχτη.
  • Ο παίχτης που κάνει το tackle έχει δικαίωμα να διεκδικήσει τη μπάλα περιστρεφόμενος μέχρι 180 μοίρες, αντί για 360, όπως ισχύει τώρα. Πρακτικά αυτό κάνει σχεδόν αδύνατο για τον αμυνόμενο να κλέψει τη μπάλα όταν επιχειρεί tackle.
  • Αφού σχηματιστεί το breakdown οι παίχτες δε μπορούν να παίξουν τη μπάλα με τα χέρια αλλά μπορούν να μπουν στο breakdown από όποια μεριά θέλουν εφ’ όσον δε βρίσκονται σε θέση offside.
  • Στο breakdown, η γραμμή του offside είναι στο ένα μέτρο πίσω από το τελευταίο πόδι αμυνόμενου παίχτη.

Σκοπός

Το ράγκμπι είναι ένα άθλημα επαφής που παίζεται από 2 ομάδες των 15 παιχτών. Ο σκοπός είναι να σκοράρει μια ομάδα περισσότερους πόντους από την αντίπαλη, πετυχαίνοντας tries και goals κατά τη διάρκεια των 80 λεπτών που διαρκεί ο αγώνας και χωρίζεται σε 2 40λεπτα ημίχρονα.

Το παιχνίδι ξεκινάει με το εναρκτήριο λάκτισμα, κατά το οποίο ένας παίχτης κλωτσάει τη μπάλα από τη γραμμή κέντρου προς τη μεριά των αντιπάλων του. Η μπάλα μπορεί να μετακινηθεί στον αγωνιστικό χώρο είτε μεταφερόμενη από έναν παίχτη είτε με λάκτισμα. Ωστόσο, όταν γίνεται πάσα αυτή μπορεί να γίνει μόνο προς τα πίσω, δε μπορεί ένας παίχτης να ρίξει τη μπάλα μπροστά. Η αντίπαλη ομάδα μπορεί να σταματήσει τους επιτιθέμενους με tackles. Μόνο οι παίχτες που έχουν τη μπάλα στην κατοχή τους μπορούν να δεχθούν tackle και όταν αυτό ολοκληρωθεί οι αμυνόμενοι μπορούν να διεκδικήσουν τη μπάλα.

Το παιχνίδι σταματά όταν σκοράρεται ένα try, όταν η μπάλα βγει εκτός αγωνιστικού χώρου ή όταν διαπραχθεί κάποια παράβαση. Αφού μια ομάδα σκοράρει, η αντίπαλη ξεκινά το παιχνίδι από τη γραμμή κέντρου με ένα λάκτισμα της μπάλας προς την αντίπαλη ομάδα. Η ομάδα που έχει σκοράρει τους περισσότερους πόντους στη λήξη της αναμέτρησης κερδίζει τον αγώνα.

Αγωνιστικός χώρος και εξοπλισμός

Κύριο λήμμα: αγωνιστικός χώρος
Ο αγωνιστικός χώρος του ράγκμπι
Το ράγκμπι παίζεται σε ένα γήπεδο το οποίο θα πρέπει να έχει χλοοτάπητα, ενώ οι Κανονισμοί επιτρέπουν επίσης τη χρήση ειδικού συνθετικού χλοοτάπιτα, κοκκινοχώματος, άμμου ή χιονιού, όχι όμως σκληρών επιφανειών όπως είναι η άσφαλτος ή το τσιμέντο. Οι Κανονισμοί δεν προσδιορίζουν αν ο αγωνιστικός χώρος πρέπει να είναι ένα εντελώς οριζόντιο ή κεκλιμμένο επίπεδο, αρκεί να είναι ασφαλής για τη διεξαγωγή του αγώνα. Αν κάποια από τις ομάδες θεωρεί ότι ο αγωνιστικός χώρος δεν είναι ασφαλής, ο διαιτητής του αγώνα έχει υποχρέωση να προσπαθήσει να λύσει τα ζητήματα που προκύπτουν και να μην ξεκινήσει το παιχνίδι αν οποιοδήποτε κομμάτι του εδάφους θεωρείται μη ασφαλές.

Ο αγωνιστικός χώρος αποτελείται από μια έκταση που ονομάζεται in-field και δεν υπερβαίνει τα 70 μέτρα πλάτος και 100 μέτρα μήκος και τις in-goal περιοχές που δε μπορούν να έχουν μήκος μεγαλύτερο από 22 μέτρα, ενώ “όπου είναι εφικτό” το μήκος τους πρέπει να είναι τουλάχιστον 10 μέτρα. Ευθείες γραμμές βαμμένες πάνω στο χλοοτάπητα ορίζουν τις πλάγιες γραμμές του γηπέδου, τη γραμμή dead-ball, τις πλάγιες γραμμές της in-goal περιοχής, τις goal-lines που ονομάζονται και try-lines, τις γραμμές των 22 μέτρων από κάθε goal-line, καθώς και τη γραμμή κέντρου. Διακεκομμένες γραμμές χαράσσονται παράλληλα στη γραμμή κέντρου σε απόσταση 10 μέτρων εκατέρωθεν αυτής και παράλληλα στις πλάγιες γραμμές, σε απόσταση 5 μέτρων και 15 μέτρων από αυτές. Διακεκομμένες γραμμές χαράσσονται επίσης σε απόσταση 5 μέτρων από τις 2 goal-lines. Στο ράγκμπι το μέρος των γραμμών που είναι πιο κοντά στο κέντρο του γηπέδου σηματοδοτεί και το τέλος της περιοχής που περικλείουν. Έτσι οι πλάγιες γραμμές θεωρούνται εκτός αγωνιστικού χώρου και όταν κάποιος παίχτης πατάει πάνω σ’αυτές θεωρείται “in touch”, δηλαδή εκτός αγωνιστικού χώρου. Παρομοίως, αν η μπάλα προσγειωθεί πάνω σε οποιοδήποτε σημείο της goal-line θεωρείται σαν να έχει προσγειωθεί στην περιοχή in-goal (με try να κατακυρώνεται αν ο παίχτης είναι επιτιθέμενος), ενώ αν η μπάλα ακουμπήσε τη γραμμή dead-ball ή την πλάγια γραμμή, θεωρείται ότι πέρασε εκτός αγωνιστικού χώρου.

Σε κάθε μεριά του γηπέδου και πάνω στην try-line υπάρχει από ένα τέρμα το οποίο αποτελείται από δύο κατακόρυφα δοκάρια με ελάχιστο ύψος 3.4 μέτρα, τοποθετημένα σε απόσταση 5.6 μέτρων μεταξύ τους και ενωμένα με ένα οριζόντιο δοκάρι που βρίσκεται σε ύψος 3 μέτρων από το έδαφος - δίνοντας σε κάθε τέρμα το χαρακτηριστικό σχήμα του γράμματος Η. Για την ασφάλεια των παιχτών, το χαμηλότερο μέρος κάθε κατακόρυφου δοκαριού περιβάλλεται συνήθως από προστατευτικό κάλυμμα.

Σημαιάκια, ύψους τουλάχιστον 1.2 μέτρων, είναι τοποθετημένα στις γωνίες της περιοχής in-field και της περιοχής in-goal. Αν η μπάλα ή ο παίχτης που τη μεταφέρει τα ακουμπήσει, η μπάλα δεν είναι εκτός αγωνιστικού χώρου εκτός αν ταυτόχρονα ακουμπάει και το έδαφος. Υπάρχουν επίσης 6 σημαιάκια τοποθετημένα εκτός της περιοχής in-field στο ύψος των γραμμών 22 μέτρων και της γραμμή κέντρου σε κάθε πλευρά του γηπέδου. Κανένα από τα σημαιάκια δεν παίζει κάποιο ρόλο στην εξέλιξη του παιχνιδιού και χρησιμεύουν μόνο ως ενδείξεις.

Διαιτητές

Κύριο λήμμα: διαιτητής

Οι αγώνες διευθύνονται από έναν διαιτητή ο οποίος έχει συνήθως 2 βοηθούς, έναν σε κάθε πλευρά του αγωνιστικού χώρου. Ο διαιτητής είναι υπεύθυνος για την εξασφάλιση της διεξαγωγής του αγώνα υπό τους Κανονισμούς, για την κράτηση του χρόνου και την καταγραφή του σκορ. Πριν την έναρξη του αγώνα, ο διαιτητής ρίχνει το κέρμα παρουσία των αρχηγών των 2 ομάδων. Ο νικητής επιλέγει αν η ομάδα του θα ξεκινήσει με εναρκτήριο λάκτισμα ή θα επιλέξει την πλευρά του γηπέδου που θα υπερασπιστεί στο πρώτο ημίχρονο. Αν ο νικητής επιλέξει το εναρκτήριο λάκτισμα, ο ηττημένος επιλέγει πλευρά, διαφορετικά η ομάδα του εκτελεί το kick-off (εναρκτήριο λάκτισμα). Με το πέρας του πρώτου ημιχρόνου οι ομάδες αλλάζουν πλευρές και το εναρκτήριο λάκτισμα γίνεται από την ομάδα που δεν το εκτέλεσε στην έναρξη του αγώνα. Ο διαιτητής σφυρίζει για να να ορίσει την αρχή του κάθε ημιχρόνου, τη διακοπή του παιχνιδιού ή για να καταδείξει σκοράρισμα. Οι βοηθοί σηκώνουν τη σημαία αν η μπάλα βγει εκτός αγωνιστικού χώρου ή αν σημειωθεί ένα goal. Μπορούν επίσης να υποδείξουν κάποια παράβαση σηκώνοντας οριζόντια τη σημαία τους και σε κάποιους αγώνες έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας με το διαιτητή μέσω μικροφόνων. Σε αγώνες πολύ υψηλού επιπέδου ένας 4ος διαιτητής μπορεί να αντικαταστήσει κάποιον βοηθό σε περίπτωση που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο. Επίσης, ένας τηλεοπτικός διαιτητής μπορεί να συμβουλεύσει τον διαιτητή αν ο δεύτερος δεν είναι σίγουρος για μια φάση όπου υπάρχει πιθανότητα σκοραρίσματος.

Σκοράρισμα

Tries και conversions

Κύρια λήμματα: try και conversion
Ο Bernard Foley πετυχαίνει try για την Αυστραλία απέναντι στην Αγγλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ράγκμπι 2015
Ένα try, που επιβραβεύεται με 5 πόντους, σημειώνεται όταν η μπάλα προσγειωθεί στο έδαφος από έναν παίχτη μεταξύ του try-line και της γραμμής dead-ball (δηλαδή την περιοχή in-goal) ενώ παράλληλα έχει τον έλεγχό της. Ο παίχτης δε χρειάζεται να σπρώξει τη μπάλα προς τα κάτω, αλλά πρέπει να την κρατάει με τουλάχιστον ένα από τα χέρια του ή έναν βραχίονα. Αν η μπάλα περάσει στην περιοχή in-goal, συνήθως μετά από λάκτισμα ή απώλειάς της από την αμυνόμενη ομάδα, ένας παίχτης μπορεί να πετύχει try απλώς ασκώντας πίεση προς τα κάτω με τα χέρια του, τους βραχίονες ή το μπροστινό μέρος του σώματος. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμα κι αν ο παίχτης βρίσκεται εκτός αγωνιστικού χώρου, το try κατακυρώνεται.

Try μπορεί επίσης να σημειωθεί αν η μπάλα προσγειωθεί πάνω στο try-line ή πάνω σε κάποιο από τα δοκάρια του τέρματος. Αν η μπάλα προσγειωθεί πάνω στις πλάγιες γραμμές ή τη γραμμή dead-ball τότε θεωρείται “νεκρή”, δηλαδή εκτός παιχνιδιού και δε σημειώνεται try. Αν μια ομάδα κερδίσει scrum πολύ κοντά στο try-line τότε είναι πιθανό να προσπαθήσει να ωθήσει τους αντιπάλους της στην περιοχή in-goal. Αν η μπάλα βρίσκεται ακόμα εντός του scrum, ένας παίχτης μπορεί να βουτήξει μέσα σ’αυτό από τη στιγμή που περνάει το try-line, σκοράροντας ένα pushover try. Penalty tries σημειώνονται πάντα κάτω από τα τέρματα, ασχέτως του σημείου που έγινε η παράβαση.

Ο Dan Carter εκτελεί penalty για τη Νέα Ζηλανδία στον ημιτελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ράγκμπι 2015 απέναντι στη Νότια Αφρική
Όταν ένα try κατακυρώνεται από τον διαιτητή, η ομάδα που το πέτυχε έχει το δικαίωμα να εκτελέσει ένα conversion. Το conversion είναι ένα λάκτισμα με σκοπό η μπάλα να περάσει ανάμεσα στα δύο κατακόρυφα και πάνω από το οριζόντιο δοκάρι του τέρματος. Η μπάλα μπορεί είτε να τοποθετηθεί στο έδαφος, πάνω σε ειδικό στήριγμα, είτε να αφεθεί από τον εκτελεστεί να σκάσει στο έδαφος, πριν επιχειρηθεί το λάκτισμα. Η ομάδα που πετυχαίνει το conversion κερδίζει 2 πόντους. Το σημείο της εκτέλεσης γίνεται από σημείο που ορίζει η νοητή κάθετη γραμμή που τέμνει την goal-line και περνάει από το σημείο που επετεύχθη το try. Οι αμυνόμενοι πρέπει να σταθούν πίσω από την goal-line και έχουν δικαίωμα να τρέξουν προς τη μπάλα μόνο όταν ο εκτελεστής ξεκινήσει να παίρνει φόρα για να εκτελέσει το conversion. Έχουν δικαίωμα να μπλοκάρουν τη μπάλα ή ακόμα και να εμποδίσουν τον εκτελεστή. Δεν έχουν δικαίωμα να φωνάζουν κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας. Αντιθέτως, αν η μπάλα πέσει από το στήριγμα κατή την περίοδο αυτή, έχουν κάθε δικαίωμα να συνεχίσουν την προσπάθειά τους.

Ιστορικά το conversion αποτελούσε την ολοκλήρωση της προσπάθειας μιας ομάδας να σκοράρει και αρχικά μόνο αυτό έδινε πόντους. Η ομάδα που πετύχαινε try κέρδιζε ουσιαστικά το δικαίωμα για να εκτελέσει ένα conversion και να μετουσιώσει την προσπάθεια σε σκορ.

Penalties και drop-goals

Κύρια λήμματα: penalty και drop-goal
Ο Johnny Wilkinson πετυχαίνει drop-goal για την Αγγλία απέναντι στην Αυστραλία στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2003
Τα επιτυχημένα λακτίσματα προς το τέρμα μετά από εκτέλεση penalty ή drop-goal επιβραβεύονται με 3 πόντους. Όπως στο conversion έτσι και στο penalty το λάκτισμα πρέπει να γίνει μέσα σε 1 λεπτό, από τη στιγμή που ο παίχτης δηλώση την πρόθεσή του να το εκτελέσει, μόνο που σε αυτή την περίπτωση επιτρέπεται το λάκτισμα μόνο με τη μπάλα τοποθετημένη σε ειδικό στήριγμα. Οι αμυνόμενοι πρέπει να βρίσκονται 10 μέτρα μακριά (ή και λιγότερο, αν η goal-line είναι πιο κοντά στο σημείο της εκτέλεσης) και να παραμείνουν ακίνητοι με τα χέρια στα πλευρά τους, μέχρι ο εκτελεστής να επιχειρήσει το λάκτισμα. Αν ο παίχτης δε δηλώσει την πρόθεσή του να εκτελέσει penalty και αντ’αυτού από το σημείο της παράβασης επιχειρήσει drop-goal με επιτυχία, το goal κατακυρώνεται. Ωστόσο, αν υπάρχει περίπτωση ελεύθερου χτυπήματος και αντ’αυτού ο παίχτης επιχειρήσει drop-goal, αυτό δε μετράει αν η μπάλα δεν έρθει πρώτα σε επαφή με αμυνόμενο ή συμβεί ένα tackle πριν την επιτυχία του. Οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται και στην περίπτωση που μια ομάδα ζητήσει scrum αντί για ελεύθερο χτύπημα. Σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, το λάκτισμα της μπάλας αφού πρώτα αυτή σκάσει στο έδαφος, με σκοπό την επιτυχία ενός drop-goal επιτρέπεται.

Αφού επιτευχθεί ένα try και το conversion που το ακολουθεί, ή ύστερα από ένα goal που επιτυγχάνεται με penalty ή drop-goal. η ομάδα που σκόραρε αφήνει τη μπάλα στους αντιπάλους της, προκειμένου αυτοί να συνεχίσουν το παιχνίδι με λάκτισμα από τη γραμμή κέντρου.

Η δομή του αγώνα

Εναρκτήριο λάκτισμα και λάκτισμα επανέναρξης

Κύρια λήμματα: kick-off και drop-out
Ο Dan Carter εκτελεί kick-off για την έναρξη του 2ου ημιχρόνου του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ράγκμπι 2015
Ο αγώνας ξεκινάει στην αρχή του κάθε ημιχρόνου και μετά από κάθε σκοράρισμα με ένα εναρκτήριο λάκτισμα (kick-off). Η ομάδα που το εκτελεί αφήνει τη μπάλα να σκάσει πάνω στη γραμμή κέντρου και στη συνέχεια την κλωτσάει προς τη μεριά των αντιπάλων της. Η μπάλα πρέπει να διανύσει τουλάχιστον την απόσταση των 10 μέτρων. Κανένας από τους παίχτες της επιτιθέμενης ομάδας δεν επιτρέπεται να βρίσκεται μπροστά από τη μπάλα όταν γίνεται το λάκτισμα. Παρόμοιο εναρκτήριο λάκτισμα, που όμως ονομάζεται drop-out γίνεται από τη γραμμή των 22 μέτρων όταν η επιτιθέμενη ομάδα στέλνει τη μπάλα στην αντίπαλη περιοχή in-goal και ένας αμυνόμενος την προσγειώσει μέσα σ’αυτή ή πέρα από τη γραμμή dead-ball και εκτός αγωνιστικού χώρου, πλαγίως της περιοχής in-goal. Αν η μπάλα μετά απο λάκτισμα περάσει μέσα από το τέρμα (αλλά χωρίς να έχει σκάσει πρώτα, ώστε να είναι drop-goal) η αντίπαλη ομάδα μπορεί επίσης να επιλέξει scrum στο σημείο που έγινε το λάκτισμα.

Τρόπος παιξίματος

Μετά από ένα επιτυχημένο εναρκτήριο λάκτισμα η μπάλα μπορεί να γίνει πάσα, να κλωτσηθεί, να αρπαχθεί ή να μαζευτεί από το έδαφος από οποιονδήποτε παίχτη. Ο παίχτης που έχει τη μπάλα στην κατοχή του μπορεί να κινηθεί προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, δεδομένου ότι δε θα χρησιμοποιήσει τα σώματα των συμπαιχτών του για να αποφύγει τα tackles (περίπτωση obstruction). Μπορεί να [[πάσα|πασάρει] τη μπάλα σε έναν άλλο παίχτη, αρκεί τα χέρια του να μην έχουν φορά προς τα μπροστά (καθώς η ροπή θα στείλει τη μπάλα προς τα εμπρός). Η μπάλα δε μπορεί να ριχτεί προς τα εμπρός ή να κινηθεί προς τα εμπρός αφού έχει ακουμπήσει το χέρι ή το βραχίονα ενός παίχτη (knock-on). Αν η μπάλα κλωτσηθεί, οι συμπαίχτες του παίχτη που την κλώτσησε βρίσκονται σε θέση offside αν τη στιγμή του λακτίσματος βρίσκονταν μπροστά από αυτόν. Μπορούν να κινηθούν προς τα εμπρός μόνο αφού γίνει το λάκτισμα ή να ξεκινήσουν να τρέχουν προς τα εμπρός όντας πίσω από τον εκτελεστή. Αν η μπάλα προσγειωθεί σε απόσταση 10 μέτρων (ή μικρότερη) από οποιονδήποτε συμπαίχτη του εκτελεστή, ο παίχτης αυτός θα πρέπει άμεσα να οπισθοχωρήσει 10 μέτρα πιο πίσω από το σημείο που προσγειώθηκε η μπάλα, ή κάποιος συμπαίχτης του να πάρει την κατοχή της μπάλας και προσπερνώντας τον να τον θέσει σε θέση onside. Όταν η αντίπαλη ομάδα κερδίζει την κατοχή μετά από λάκτισμα και είτε προωθηθεί κατά 5 μέτρα, είτε ακουμπήσει εκουσίως, ή πασάρει, ή κλωτσήσει τη μπάλα, οι παίχτες της ομάδας που εκτέλεσε το λάκτισμα βρίσκονται σε θέση onside.

Επαφές

Tackle

Κύριο λήμμα: tackle
Ο Chris Paterson της Εθνικής Ομάδας της Σκωτίας επιχειρεί tackle στον Ben Foden της Αγγλίας κατά τη διάρκεια του Six Nations 2011
Για να σταματήσει ένας αμυνόμενος τον παίχτη που έχει τη μπάλα στην κατοχή του, επιχειρεί να κάνει tackle. Μόνο οι παίχτες που κρατούν τη μπάλα μπορούν να δεχθούν tackle (σε αντίθετη περίπτωση ο διαιτητής δείχνει την κίτρινη κάρτα). Το tackle θεωρείται ολοκληρωμένο όταν ο κάτοχος της μπάλας βρεθεί στο έδαφος, δηλαδή από τη στιγμή που τουλάχιστον ένα γόνατο ακουμπάει το έδαφος και την ίδια στιγμή κρατιέται από τον αμυνόμενο. Ο αμυνόμενος (tackler) μπορεί να είναι οποιοσδήποτε παίχτες, αρκεί να βρεθεί στο έδαφος μαζί με τον επιτιθέμενο στον οποίο κάνει το tackle. Αν κανένας παίχτης δε βρεθεί στο έδαφος κατά την περίπτωση επιχείρησης ενός tackle, τότε δεν υπάρχει και tackler. Ο tackler πρέπει αμέσως να αφήσει τον παίχτη που έχει δεθεί το tackle και να σηκωθεί χωρίς να διεκδικήσει τη μπάλα. Αν δε μπορεί να σηκωθεί, τότε πρέπει απλά να απομακρυνθεί (rolling away) από τον παίχτη που δέχθηκε το tackle. Ο παίχτης που δέχθηκε το tackle, με τη σειρά του, πρέπει να παίξει αμέσως τη μπάλα, σπρώχνοντάς την, πασάροντάς την ή τοποθετώντας την προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Αν ένας παίχτης συμμετέχει στο tackle, αλλά δεν πέφτει στο έδαφος, πρέπει επίσης να αφήσει τον παίχτη που δέχθηκε το tackle δίνοντάς του τη δυνατότητα να παίξει τη μπάλα. Μόνο όρθιοι παίχτες, που μπορούν να ελέγξουν την κίνηση του σώματός τους (δηλαδή δε βρίσκονται εκτός ισορροπίας), μπορούν να πάρουν τη μπάλα και οποιοσδήποτε παίχτης βρίσκεται στο έδαφος δε μπορεί να τους παρεμποδίσει να κερδίσουν την κατοχή. Εκτός από τον tackler και τον παίχτη που δέχθηκε το tackle, όλοι οι υπόλοιποι παίχτες μπορούν να εισέλθουν στην περιοχή του tackle μόνο πίσω από τη μπάλα. Το tackle δεν πρέπει να είναι επικίνδυνο. Επικίνδυνο θεωρείται όταν η επαφή με τον αντίπαλο γίνεται στο λεμό και στο κεφάλι, με “κλείδωμα” του αγκώνα ή παρατεταμένο βραχίονα, χωρίς την επαφή των ώμων. Επίσης, επικίνδυνο θεωρείται το tackle όταν γίνεται στον αέρα, όταν ο παίχτης που το δέχεται δεν είναι κάτοχος της μπάλας ή όταν ο αμυνόμενος οδηγεί ή ρίχνει το κεφάλι ή το λαιμό του αντιπάλου του στο έδαφος με τα πόδια του να βρίσκονται στον αέρα (“spear tackle”). Η χρήση των ποδιών για το σταμάτημα ενός παίχτη (τρικλοποδιά) αποτελεί επίσης παράβαση.

Ruck

Κύριο λήμμα: ruck
Ruck μεταξύ των παιχτών της Racing 92 και των Leicester Tigers στον ημιτελικό του Champions Cup 2016
Μετά από ένα tackle αρκετές φορές σχηματίζεται το ruck. Αυτό συμβαίνει όταν τουλάχιστον ένας παίχτης από κάθε ομάδα δένεται με έναν άλλον, ενώ η μπάλα είναι στο έδαφος, ανάμεσά τους. Περισσότεροι παίχτες μπορούν να εισχωρήσουν στο ruck, αλλά μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο μόνο ερχόμενοι πίσω από το τελευταίο σημείο του πιο πίσω παρατεταμένου ποδιού ενός συμπαίχτη τους που συμμετέχει στο ruck (συνήθως αυτό εκφράζεται ως “μπαίνω από την πόρτα”, στα αγγλικά “coming through the gate”) και να δεθούν στο σώμα αυτού. Η νοητή γραμμή του offside για τους παίχτες που δε συμμετέχουν στο ruck είναι η κάθετη στην πλάγια γραμμή που περνάει από το τελευταίο παρατεταμένο πόδι του τελευταίου συμπαίχτη που συμμετέχει στο ruck και πρέπει να παραμένουν πίσω από αυτήν μέχρι η μπάλα να βγει από το ruck. Στο ruck κανένας παίχτης δε μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χέρια του για να κερδίσει την κατοχή της μπάλας, εκτός αν οι παίχτες ήταν όρθιοι και ακουμπούσαν με τα χέρια τους τη μπάλα πριν σχηματιστεί το ruck. Οι δύο ομάδες προσπαθούν να κερδίσουν την κατοχή σπρώχνοντας τους αντιπάλους τους ή χρησιμοποιώντας τα πόδια τους για να φέρουν τη μπάλα στη δική τους πλευρά στο σχηματισμένο ruck. Ένας παίχτης, τις περισσότερες φορές ο scrum-half (Νο 9) έρχεται πίσω από το ruck ώστε να πάρει τη μπάλα χωρίς όμως να συμμετέχει σ’αυτό, δηλαδή να δεθεί με κάποιον συμπαίχτη ή αντίπαλο και βρισκόμενος πίσω από τη γραμμή του offside. Ο παίχτης που κάνει αυτή την κίνηση δεν επιτρέπεται να δεχθεί tackle ή να πιαστεί από κάποιον αντίπαλο που συμμετέχει στο ruck μέχρι αυτός να παίξει τη μπάλα, καθώς οι Κανονισμοί απαγορεύουν tackle σε παίχτες που δεν έχουν τη μπάλα στην κατοχή τους. Στο ruck οι παίχτες πρέπει να στέκονται στα πόδια τους και σε καμία περίπτωση να μην πέφτουν ή να πατούν σκόπιμα τους πεσμένους παίχτες. Οι παίχτες που είναι στο έδαφος πρέπει να μην εμποδίζουν τη μπάλα καθώς αυτή βγαίνει από το ruck. Το ruck τελειώνει όταν η μπάλα βγαίνει έξω από αυτό, όταν ένας παίχτης διαπράξει παράβαση ή όταν η μπάλα είναι αδύνατο να παιχτεί, οπότε δίνεται scrum. Ένα παράρτημα των Κανονισμών εξετάζεται αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με το οποίο η ομάδα που μπορεί να βγάλει τη μπάλα από το ruck πρέπει να το κάνει μέσα σε 5 δευτερόλεπτα. Αυτό έχει σκοπό να προστατεύσει το παιχνίδι από τη χρονοτριβή, που μπορεί να γίνει για παράδειγμα από μια ομάδα που προηγείται στο σκορ στα τελευταία λεπτά της αναμέτρησης.

Maul

Κύριο λήμμα: maul
Οι παίχτες της Racing 92 σχηματίζουν maul σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στους Highlanders το 2016
Το maul σχηματίζεται όταν ο παίχτης που έχει τη μπάλα στην κατοχή του κρατιέται από έναν ή περισσότερους αντίπαλους και τότε ένας ή περισσότεροι συμπαίχτες του δένονται μαζί του. Οι παίχτες που εισωρούν στο maul μπορούν να έρθουν μόνο πίσω από το τελευταίο πόδι του τελευταίου συμπαίχτη τους. Οι παίχτες στο maul πρέπει να προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, αν και ο κάτοχος της μπάλας μπορεί να πέσει στο έδαφος αν πρόκειται η κίνηση αυτή να κάνει τη μπάλα άμεσα διαθέσιμη. Η εκούσια κατάρρευση του maul, τα άλματα πάνω σε παίχτες ή η έλξη παιχτών για να βγουν από το maul αποτελούν παραβάσεις. Οι παίχτες που δε συμμετέχουν στο maul πρέπει να βρίσκονται πίσω από το τελευταίο πόδι του τελευταίου συμπαίχτη τους που συμμετέχει σ’αυτό. Το maul ολοκληρώνεται επιτυχώς όταν η μπάλα ή ο κάτοχός της το εγκαταλείψουν, όταν η μπάλα πέσει στο έδαφος οπότε και σχηματίζεται ruck, ή όταν η μπάλα οδηγηθεί έξω από την πλάγια γραμμή. Αν όλοι οι παίχτες μιας ομάδας εγκαταλείψουν εκουσίως το maul, αυτό συνεχίζεται, με τη γραμμή του offside για τους αντιπάλους να βρίσκεται στο μπροστινό πόδι του παίχτη που βρίσκεται στην κεφαλή του maul. Αν το maul σταματήσει, πρέπει είτε να ξαναξεκινήσει άμεσα, είτε η μπάλα να βγει απ’ αυτό, σε διάστημα 5 δευτερολέπτων. Διαφορετικά θεωρείται ανεπιτυχές. Μπορεί να ξαναξεκινήσει μόνο μία φορά, τη δεύτερη πρέπει η μπάλα υποχρεωτικά να βγει από αυτό μέσα σε 5 δευτερόλεπτα. Αν το maul καταρρέυσει και αυτό δε γίνει λόγω κάποιας παράβασης, τότε επίσης θεωρείται ανεπιτυχές. Κάθε ανεπιτυχές maul οδηγεί σε scrum στο οποίο η είσοδος της μπάλας γίνεται από την αμυνόμενη ομάδα.

Στοιχεία του παιχνιδιού

Scrum

Κύριο λήμμα: scrum
Οι θέσεις των παιχτών των 2 ομάδων κατά την εκτέλεση του scrum. O scrum-half (Νο 9) ρίχνει τη μπάλα στο τούνελ που δημιουργείται μεταξύ των πρώτων σειρών των 2 ομάδων
Το scrum σχηματίζεται όταν μια ομάδα διαπράξει κάποια ελάσσονα παράβαση ή το παιχνίδι έχει διακοπεί και πρέπει να συνεχιστεί. Αποτελείται από τους 8 forwards των 2 ομάδων, οι οποίοι δένονται μεταξύ τους σε 3 σειρές από κάθε μεριά, με τις 2 μπροστινές σειρές να δένονται μεταξύ τους και να σπρώχνουν η μία την άλλη. Οι 2 props, loosehead και tighthead (Νο 1 και 3 αντίστοιχα), παίρνουν θέση εξ αριστερών και εκ δεξιών του hooker (Νο 2) στην πρώτη σειρά. Η δεύτερη σειρά αποτελείται από 2 locks (Νο 4 και 5) και 2 flankers, ενώ το νούμερο 8 είναι στην τρίτη σειρά. Αν υπάρξει μια παράβαση η ομάδα που δεν τη διέπραξε κερδίζει το δικαίωμα εισόδου της μπάλας στο scrum. Παραβάσεις οι οποίες οδηγούν σε scrum είναι οι εξής: ένας παίχτης να ρίξει τη μπάλα προς τα εμπρός (knock-on) ή να την πασάρει προς τα εμπρός (forward pass), ένας παίχτης να βρίσκεται ακουσίως σε θέση offside, ένας παίχτης να βρεθεί μπροστά από τον εκτελεστή ενός εναρκτήριου λακτίσματος, ο εκτελεστής ενός penalty να καθυστερήσει 1 λεπτό την εκτέλεσή του, ή ένας παίχτης να χτυπήσει αντικανονικά τη μπάλα κατά το penalty ή άλλο ελεύθερο χτύπημα.

Το scrum χρησιμοποιείται για να ξαναξεκινήσει το παιχνίδι αν η μπάλα δε μπορεί να παιχτεί μετά από ένα tackle, ruck ή lineout και αυτό δε γίνει με την υπαιτιότητα κάποιου παίχτη. Η ομάδα που κινούνταν προς τα εμπρός κατά τη στιγμή που η μπάλα δε μπορούσε πλέον να παιχτεί έχει το δικαίωμα εισόδου της μπάλας στο scrum. Αν καμία ομάδα δεν κινούνταν προς τα εμπρός το δικαίωμα αυτό κερδίζει η επιτιθέμενη ομάδα (δηλαδή αυτή που είχε την κατοχή). Αν η μπάλα κολλήσει σε ένα maul η μπάλα για το scrum δίνεται στην αντίπαλη ομάδα εκείνης που είχε την κατοχή πριν σχηματιστεί το maul. Σ’αυτό τον κανόνα υπάρχει μια εξαίρεση: αν ένας παίχτης πιάσει τη μπάλα μετά από λάκτισμα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού (όχι από εναρκτήριο λάκτισμα), τότε αν δημιουργηθεί maul και η μπάλα “κολλήσει” η δική του ομάδα έχει την κατοχή για το scrum. Αν ένας αμυνόμενος παίχτης μεταφέρει τη μπάλα στη δική του περιοχή in-goal και την προσγειώσει σ’αυτή ή αν τη μεταφέρει πίσω από τη γραμμή dead-ball, τότε το scrum δίνεται εις βάρος της ομάδας του, στη γραμμή των 5 μέτρων, μακριά από το try-line της ομάδας του. Αν ένας επιτιθέμενος παίχτης περάσει μέσα στην αντίπαλη περιοχή in-goal, αλλά δεν καταφέρει να προσγειώσει τη μπάλα, ή αν ο διαιτητής δεν είναι σίγουρος ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί, το παιχνίδι συνεχίζεται με την επιτιθέμενη ομάδα να κερδίζει scrum στη γραμμή των 5 μέτρων μακριά από το αντίπαλο try-line. Scrums δίνονται επίσης για να συνεχιστεί το παιχνίδι όταν η μπάλα αγγίξει τον διαιτητή δίνοντας πλεονέκτημα σε μια ομάδα, το παιχνίδι έχει διακοπεί λόγω τραυματισμού, ή όταν μια ομάδα καταφέρνει να ανακόψει το ελεύθερο χτύπημα ενός αντιπάλου.

Όταν μία ομάδα δεν καταφέρει να εκτελέσει σωστά το εναρκτήριο λάκτισμα (kick-off) ή την επαναφορά από τη γραμμή των 22 μέτρων (drop-out) η αντίπαλη ομάδα έχει την επιλογή να ξαναρχίσει το παιχνίδι με scrum ή να ξαναδεχτεί τη μπάλα με kick-off ή drop-out. Αυτό συμβαίνει όταν το λάκτισμα γίνεται με λάθος τρόπο, από λάθος σημείο, η μπάλα καταλήξει στην περιοχή in-goal χωρίς να έρθει σε επαφή με την αντίπαλη ομάδα, δεν περάσει τη γραμμή 10 μέτρων στο εναρκτήριο λάκτισμα ή τη γραμμή 22 μέτρων στο drop-out, χωρίς να έρθει σε επαφή με παίχτη της ομάδας που δέχεται τη μπάλα. Επίσης, αν η μπάλα περάσει κατ’ευθείαν εκτός αγωνιστικού χώρου από την πλάγια γραμμή, η ομάδα που δέχεται τη μπάλα έχει το δικαίωμα να εκτελέσει lineout στη γραμμή κέντρου ή στη γραμμή 22 μέτρων. Αν κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού η μπάλα μετά από λάκτισμα περάσει στην περιοχή in-goal, ξεπεράσει τη γραμμή dead-ball ή τεθεί πλάγια εκτός αγωνιστικού χώρου στο ύψος της περιοχής in-goal (touch-in-goal), εκτός βεβαίως από την περίπτωση επιχειρούμενου drop-goal, η αμυνόμενη ομάδα μπορεί να ξαναξεκινήσει το παιχνίδι είτε με λάκτισμα από τη γραμμή 22 μέτρων (drop-out) είτε με scrum από το σημείο που η μπάλα κλωτσήθηκε. Αν η μπάλα γίνει αποδεχτή από παίχτη μέσα στην περιοχή in-goal, ο παίχτης μπορεί είτε να προσγειώσει τη μπάλα (που οδηγεί σε drop-out από τη γραμμή 22 μέτρων) ή να βγάλει τη μπάλα “νεκρή” (που οδηγεί σε scrum στη γραμμή 5 μέτρων). Αν ένα lineout δεν εκτελεστεί σύμφωνα με τους κανονισμούς, δηλαδή η μπάλα δε διανύσει τουλάχιστον 5 μέτρα, ο παίχτης που ρίχνει τη μπάλα περάσει εντός αγωνιστικού χώρου, η μπάλα δε ριχτεί ευθεία, η αμυνόμενη ομάδα έχει την επιλογή να πάρει scrum 15 μέτρα μακριά από την πλάγια γραμμή και στο σημείο που έγινε η παράβαση. Μια ομάδα μπορεί επίσης να πάρει scrum στο σημείο που έγινε μια πιο σοβαρή παράβαση, αντί για penalty ή ελεύθερο λάκτισμα.

Το scrum σχηματίζεται κοντά στο σημείο που έγινε η όποια παράβαση ή σταμάτησε το παιχνίδι και δε μπορεί να γίνει πιο κοντά από απόσταση 5 μέτρων από το try-line. Ένα κανονικό scrum έχει 8 παίχτες από την κάθε ομάδα. Αν για κάποιο λόγο μια ομάδα βρίσκεται στον αγωνιστικό χώρο με λιγότερους από 15 παίχτες, τότε και οι παίχτες στο scrum μπορούν να είναι λιγότεροι, με τον ελάχιστο αριθμό να είναι 5. Οι hookers (Νο 2) δένονται με τους props (Νο 1 και 3), οι locks (Νο 4 και 5) μεταξύ τους καθώς και με την πρώτη σειρά, με άλους τους υπόλοιπους παίχτες να δένονται πάνω στους locks. Ο διαιτητής χαράσσει το σημείο που το scrum πρέπει να σχηματιστεί και περιμένει τις δύο ομάδες να δεθούν μεταξύ τους. Τότε ο διαιτητής φωνάζει “crouch” (“γονατίστε”, με τις δύο ομάδες να πρέπει να γονατίσουν), “touch” (“επαφή” με τους props να ακουμπούν μεταξύ τους τους ώμους τους), “pause” (“παύση”) και τέλος “engage” προκειμένου να αρχίσει η ώθηση μεταξύ των δύο ομάδων. Ωστόσο, μια πιο σύντομη εκδοχή χρησιμοποιείται πλέον, όπου ο διαιτητής φωνάζει “crouch”, “bind” (“δεθείτε”) και στη συνέχεια “set”, με τα 2 packs (το σύνολο των 8 παιχτών σε κάθε μεριά) να ξεκινούν την ώθηση. Όταν ακούγεται η εντολή “engage” (ή “set”) οι 2 πρώτες σειρές μπορούν να δεθούν πλήρως μεταξύ τους, σπρώχνοντας η μία την άλλη και όλο το υπόλοιπο scrum πρέπει να παραμένει δεμένο σ’αυτές μέχρι το scrum να ολοκληρωθεί. Αν ο διαιτητής είναι ικανοποιημένος με τον τρόπο που έγινε η διαδικασία καλεί τον scrum-half (Νο 9) της ομάδας που κέρδισε το scrum να ρίξει τη μπάλα μέσα από το τούνελ που δημιουργείται κάτω από τους παίχτες των 2 πρώτων σειρών.

Scrum μεταξύ των εθνικών ομάδων της Αργεντινής και της Νέας Ζηλανδίας κατά τη διάρκεια του The Rugby Championship 2014
Το scrum πρέπει να παραμένει σταθερό και όλοι οι παίχτες των πρώτων σειρών να έχουν τα πόδια τους στο έδαφος, μέχρι ο scrum-half (Νο 9) να ρίξει τη μπάλα μέσα. Ο scrum-half (Νο 9) πρέπει να ρίξει τη μπάλα στο μέσο του scrum χρησιμοποιώντας και τα δύο χέρια του και χωρίς να καθυστερήσει ή να μπλοφάρει. Οι παίχτες της πρώτης σειράς μπορούν να πάρουν τη μπάλα μόνο με τα πόδια τη στιγμή που αυτή βρίσκεται μέσα στο τούνελ. Οι παίχτες δεν έχουν δικαίωμα να οδηγήσουν εκουσίως το scrum σε κατάρρευση ή να σπρώξουν προς τα πάνω ή εκτός του scrum κάποιον άλλο παίχτη. Και οι 2 ομάδες πρέπει να προσπαθήσουν μόνο να σπρώξουν ευθέως η μία την άλλη. Αν εκουσίως μια ομάδα ή ένας παίχτης σπρώξει υπό γωνία, ή τραβήξει έναν αντίπαλο, ή προσπαθήσει να “γυρίσει” το scrum, δίνεται παράβαση. Αλλά, αν το scrum μεταξύ των ομάδων οδηγηθεί σε περιστροφή μεγαλύτερη των 90 μοιρών, ακουσίως, τότε η αμυνόμενη ομάδα κερδίζει την κατοχή της μπάλας. Ο scrum-half (Νο 9) της αμυνόμενης ομάδας στέκεται δίπλα στον αντίπαλο scrum-half και μπορεί να ακολουθεί τη μπάλα όπως αυτή κινείται μέσα στο scrum αρκεί και τα δύο πόδια του να βρίσκονται πίσω από αυτήν. Ο αμυνόμενος scrum-half μπορεί επίσης να κινείται στην απέναντι μεριά του scrum ή και μακριά από αυτό, αλλά σ’αυτή την περίπτωση θα πρέπει να βρίσκεται πίσω από τα πόδια του νούμερου 8.

Πριν μια ομάδα ξεκινήσει το παιχνίδι, πρέπει να έχει 5 παίχτες που να μπορούν να παίξουν στην πρώτη σειρά. Αν κάποιος παίχτης της πρώτης σειράς αποβληθεί προσωρινά ή μόνιμα και κανένας άλλος εντός αγωνιστικού χώρου δε μπορεί να παίξει στην πρώτη σειρά, στο επόμενο scrum ο αρχηγός της ομάδας επιλέγει έναν άλλο παίχτη για να αποχωρήσει και να αντικατασταθεί από έναν παίχτη της πρώτης σειράς. Αν λόγω αποβολών και τραυματισμών δεν υπάρχουν αντικαταστάτες που να μπορούν να παίξουν στην πρώτη σειρά, τα scrums παίζονται ως μη διεκδικήσημα. Τα μη διεκδικήσιμα scrums υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με τα κανονικά, με τη διαφορά ότι δεν υπάρχει ώθηση μεταξύ των δύο ομάδων και η ομάδα που ρίχνει τη μπάλα πρέπει και να κερδίσει την κατοχή της. Όταν ένα scrum κερδίζεται κοντά στο try-line η επιτιθέμενη ομάδα μπορεί να σπρώξει τους αντιπάλους της μέσα στην περιοχή in-goal, ελέγχοντας τη μπάλα μέσα στο scrum. Αν η μπάλα περάσει το try-line και ένας παίχτης απλά την ακουμπήσει ενώ αυτή βρίσκεται στο έδαφος, τότε επιτυγχάνεται ένα “pushover try”.